Επιλογή Σελίδας

Στην οδό Αγίας Σοφίας και λίγο πιο πάνω από την Εγνατία βρίσκεται ο Ι.Ν. της Αχειροποιήτου.

Η Αχειροποίητος θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο παράδειγμα της τυπικής ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, που επικρατεί κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.Η κατασκευή του Ναού ανάγεται σύμφωνα με νεώτερες έρευνες στα τέλη του 5ου αιώνα, κατά την περίοδο βασιλείας του Αναστασίου του Α’, τα χρόνια που στην επισκοπή Θεσσαλονίκης ηγείτο ο επίσκοπος Ανδρέας, όπως συνάγεται και από την ψηφιδωτή επιγραφή στο τρίβηλο του νάρθηκα, ΥΠΕΡ ΕΥΧΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΑΠΙΝΟΥ.

Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στη Θεοτόκο και την ονομασία αυτή την κράτησε όλα τα βυζαντινά χρόνια, ενώ σε έγγραφο του 1320 συναντιέται για πρώτη φορά και η ονομασία Αχειροποίητος. Σε λόγο του Κ. Αρμενόπουλου (14ος αι.) βεβαιώνεται η συλλατρεία Θεοτόκου και Αγ. Δημητρίου στην Αχειροποίητο κάθε Παρασκευή. Η συλλατρεία αυτή είναι πιθανό να ξεκινά από τα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 6ου αι. Την παραμονή της γιορτής του Αγ. Δημητρίου ξεκινούσε η πομπή από το ναό της Καταφυγής, που η πιο πρόσφατη άποψη τον τοποθετεί λίγο βορειότερα από τον Αγ. Νικόλαο Τρανό, στη σημερινή οδό Μητρ. Γενναδίου. Η πομπή ακολουθώντας τη λεωφόρο, δηλ. τη σημερινή Εγνατία, έφτανε στην Αχειροποίητο, όπου ψαλλόταν ο εσπερινός και εκφωνούνταν ο πανηγυρικός της γιορτής. Από την Αχειροποίητο η πομπή κατευθυνόταν στο ναό του Αγ. Δημητρίου, όπου γινόταν ολονυκτία.

https://www.youtube.com/watch?v=PDe-kNfiyoI

Η Αχειροποίητος αποτελεί τον παλιότερο και καλύτερα σωζόμενο ναό της Θεσσαλονίκης. Κτίσθηκε πάνω στα ερείπια ενός ρωμαϊκού λουτρού, του οποίου αποκαλύφθηκαν τρία επάλληλα δάπεδα κάτω από το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα ερείπια του λουτρώνα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Θεσσαλονίκης. H βασιλική της Αχειροποιήτου κατέλαβε μόνο ένα τμήμα του προγενέστερου κτίσματος, ενώ το ανατολικό και βόρειο τμήμα του λουτρώνα παρέμεινε σε χρήση και μετά την ανέγερσή της.

Ο Ναός, ο οποίος σώζεται σχεδόν στο αρχικό ύψος του, εντάσσεται στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, η οποία καταλήγει στα ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα.

Έχει μήκος 51,90 μ. και πλάτος 30,80 μ. και είναι κτισμένος με την κλασσική παλαιοχριστιανική τοιχοποιία στην οποία ζώνες λιθοδομής εναλλάσσονται με ζώνες πλινθοδομής. Δύο κιονοστοιχίες, με 12 κίονες η καθεμιά, διαιρούν το ναό σε τρία κλίτη. Το κεντρικό κλίτος, που απολήγει ανατολικά στο ιερό βήμα, έχει πλάτος 14,20 μ. ενώ τα πλάγια κλίτη έχουν πλάτος 6,20-6,30 μ. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας, ενώ διασώζονται και ίχνη του εξωνάρθηκα. Τρίβηλο τοξωτό άνοιγμα αποτελεί τη κύρια είσοδο από τον νάρθηκα προς τον κυρίως ναό. Το βόρειο κλίτος απολήγει στην ανατολική πλευρά του στο μεσοβυζαντινό παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Στη βορειοδυτική γωνία της βασιλικής σώζεται το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στα υπερώα. Στην νότια πλευρά του ναού υπάρχει ένα μνημειακό πρόπυλο, το οποίο συνέδεε πιθανώς τη βασιλική με την κεντρική αρτηρία της βυζαντινής πόλης. Στην πλευρά αυτή αποκαλύφθηκε μισοερειπωμένο την περίοδο 1926-28 και ανακατασκευάστηκε πιστά το βαπτιστήριο της βασιλικής.

Έκδηλες είναι οι σχέσεις του κτιρίου με τις καλλιτεχνικές τάσεις της Κωνσταντινούπολης τόσο στον τομέα του αρχιτεκτονικού τύπου, όσο και σ’ αυτόν του διακόσμου, γλυπτικού και ψηφιδωτού.  Τα μαρμάρινα μέλη που απαρτίζουν τις κιονοστοιχίες του ισογείου, οι βάσεις, οι κίονες, τα θαυμάσια «θεοδοσιανά» κιονόκρανα και τα επιθήματά τους, όλα από προκονήσιο μάρμαρο, αποτελούν προϊόντα εισαγωγής από κωνσταντινουπολίτικα εργαστήρια. Τα ψηφιδωτά στα εσωράχια των τοξοστοιχιών του ισογείου είναι από τα πρωιμότερα σωζόμενα παραδείγματα στη Θεσσαλονίκη.

Από τη βυζαντινή περίοδο του ναού σώζονται λίγες τοιχογραφίες, στο νότιο κλίτος, στον τοίχο πάνω από τη νότια κιονοστοιχία, όπου απεικονίζονται δεκαοκτώ από τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβάστειας. Τα αρχαϊκά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά και τα σχηματοποιημένα εκφραστικά μέσα στην απόδοση των μορφών αποτελούν επιβίωση της υστεροκομνήνειας τέχνης στη ζωγραφική των αρχών του 13ου αιώνα.

Η Αχειροποίητος είναι ο πρώτος χριστιανικός ναός που μετατράπηκε σε τζαμί αμέσως μετά την άλωση της πόλης στα 1430 από τον σουλτάνο Μουράτ, και παρέμεινε το επίσημο τέμενος των κατακτητών καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, γνωστό με το όνομα ‘Εσκι Τζαμί (Παλαιό Τζαμί).

Ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει ο υπερυψωμένος φωταγωγός του κεντρικού κλίτους, το δυτικό υπερώο και ο εξωνάρθηκας, λείψανα του οποίου διατηρούνται μόνο στη βόρεια πλευρά και κάτω από την οδό Αγίας Σοφίας. Στις αρχές του 20ού αι. (1926-28) ο ναός δέχθηκε εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης με την αφαίρεση των τουρκικών προσθηκών, διάνοιξη εντοιχισμένων κιονοστοιχιών και φραγμένων παραθύρων, εκτεταμένες ανακατασκευές, που περιλαμβάνουν το σύνολο του νότιου και ανατολικού τοίχου του νότιου κλίτους και υπερώου, την κιονοστοιχία του βόρειου και δυτικού υπερώου και μεγάλα τμήματα των εξωτερικών τοίχων του νάρθηκα. Την περίοδο αυτή ενισχύθηκε και κατακορυφώθηκε επίσης η κιονοστοιχία του νότιου υπερώου, αποκαταστάθηκε η μορφή του αποκαλυφθέντος τότε βαπτιστηρίου της βασιλικής, που απέδωσε τη γεωμετρική μορφή του κτίσματος όχι όμως και τον χαρακτήρα της αρχικής τοιχοποιίας. Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν από τον Α. Ξυγγόπουλο και οι αποκαταστάσεις έγιναν με τις οδηγίες των αρχιτεκτόνων Α. Ζάχου και Ν. Παπαδάκη. Το 1949 ανακατασκευάστηκε στο μέγιστο ποσοστό του το ΒΑ παρεκκλήσι.

Τα στερεωτικά προβλήματα του ναού, που η άμεση ανάγκη αντιμετώπισής τους προέκυψε μετά τους μεγάλους σεισμούς του 1978, δεν ήταν στο μεγαλύτερο βαθμό τους πρόσφατα. Ο στατικός φορέας του κτιρίου παρουσίαζε σημαντικές παραμορφώσεις, κυρίως αποκλίσεις τοίχων και κιόνων από την κατακόρυφο, που η μεγαλύτερή τους ένταση αναγνωριζόταν στους πρώτους ανατολικούς κίονες του νότιου κλίτους του ισογείου, σε συνδυασμό με τη νότια παρειά της κόγχης, καθώς και στο βόρειο και δυτικό εξωτερικό τοίχο του ναού. Τα προβλήματα αυτά  χρονολογούνταν ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, οπότε είχαν αναγκαστεί να εγκυβωτίσουν τους κίονες των υπερώων μέσα σε τετραγωνικούς πεσσούς για ενίσχυση της κατασκευής. Στις επισκευές του 1910-12 κατακορύφωσαν τους κίονες της κιονοστοιχίας του νότιου υπερώου, που παρουσίαζε έντονη απόκλιση προς νότο, όχι όμως και την υπερκείμενη τοιχοποιία των τόξων, με αποτέλεσμα την έκκεντρη φόρτιση του συστήματος.

Στα πλαίσια της αναστηλωτικής μελέτης της δεκαετίας του 1980 ολοκληρώθηκε η αρχιτεκτονική- ιστορική τεκμηρίωση και ανάλυση των συμπτωμάτων παθολογίας του κτιρίου, ενώ τα σύνθετα προβλήματα αποκατάστασης εξετάστηκαν στο βαθμό που εμπλεκόταν στο πρόβλημα στερέωσης και συντήρησης.

Η στερέωση – αποκατάσταση του μνημείου ξεκίνησε σταδιακά στη δεκαετία του 1990 με επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα, που είχαν ως στόχο την αποκατάσταση συνοχής των τοιχοποιιών, συνεχίστηκε με την εφαρμογή δραστικών μεν αναστρέψιμων δε επεμβάσεων για την αποκατάσταση της στατικής επάρκειας του φορέα και ολοκληρώθηκε το 2008 με την εγκατάσταση δικτύων εξυπηρέτησης όπως συστήματος θέρμανσης. Κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων υπήρξε στενή συνεργασία της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με τους καθηγητές του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ Γ. Πενέλη, Μ. Καραβεζύρογλου και Ι. Παπαγιάννη τόσο για την εφαρμογή των κατασκευαστικών επεμβάσεων όσο και για τη σύνθεση και τον έλεγχο των κονιαμάτων και των ενεμάτων.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης, που επέβλεψαν η Αρχιτέκτων Μηχανικός Άννα Ζόμπου-Ασημή και ο Αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Ράπτης,  ήρθαν στο φως στοιχεία σχετικά με την αρχιτεκτονική της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και τις μεταγενέστερες μετασκευές του μνημείου. Τα πλέον ενδιαφέροντα συγκεντρώνονται στην τοιχοποιία της κόγχης του ιερού βήματος, στην ανατολική τοιχοποιία, του κεντρικού κλίτους και στην τοξοστοιχία του νοτίου υπερώου της βασιλικής και σχετίζονται με τον σχεδιασμό της πρώτης οικοδομικής φάσης του μνημείου. Μεταξύ άλλων επιβεβαιώθηκε η αρχική πεντάλοβη διαμόρφωση του παραθύρου της κόγχης.

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν συστηματικές εργασίες συντήρησης του τοιχογραφικού διακόσμου και των ψηφιδωτών του μνημείου, από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.

Το 1988 η Αχειροποίητος μαζί με τα σημαντικότερα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης  εντάχθηκε στον κατάλογο των μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

ΠΗΓΕΣ

Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη και τα μνημεία της, Δ. Ναλπάντης, Π. Θεοδωρίδης, Δ. Ευγενίδου, Θ. Παπαζώτος, Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη, Μάϊος 1983, σ. 20

Κατάλογος έκθεσης: Η αναστήλωση των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων στη Θεσσαλονίκη, ΥΠΠΟ-ΥΒΕ, ΤΑΠΑ, 1985 – Θεσσαλονίκη 2300, σ. 14-17, 63-70

Οδηγός Περίπατοι Κληρονομιάς στη Θεσσαλονίκη, κοινή έκδοση Δήμου Θεσσαλονίκης/ΚΙΘ – ΕΛΛΕΤ/ΠΘ, 2009 & 2015, σ. 48

Ζόμπου-Ασημή Άννα, Ράπτης Κωνσταντίνος (2008), «Αχειροποίητος Θεσσαλονίκης: στερέωση και αποκατάσταση της παλαιοχριστιανικής βασιλικής», Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη (22-2009),  σ. 307-314

Δ. Μακροπούλου, Γ. Γούσιας, Ηλ. Καραγιαννίδου, Ε. Μίμης, Βασιλική της Παναγίας Αχειροποιήτου 1996-2014: ολιστική επέμβαση, διαχείριση, τεκμηρίωση και ανάδειξη του μνημείου, Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη 28, 2014

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=6970

https://whc.unesco.org/en/list/456

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1_%CE%91%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82_(%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7)

Παρουσίαση του μνημείου από τον Δρα Κωνσταντίνο Ράπτη, αρχαιολόγο, στο πλαίσιο της εκπομπής  «Κοινωνία των Ιδεών» στο κανάλι ASTRA TV τον Απρίλιο του 2018 – Ο κ. Κ. Ράπτης συνόδευσε την ομάδα των Περιπάτων κατά την επίσκεψή μας στην Αχειροποίητο τον Απρίλιο του 2017.

 

Τομέας Άνθρωπος & Κοινωνία

[email protected]

2316001000 (0884,0894)

Like us on Facebook!

Follow us on Instagram!

Share This